ἐπαρχικός

ἐπαρχικός
ἐπαρχικός, ή, όν pert. to an ἔπαρχος or prefect, prefectural (see next entry) (lit.; ins, e.g. OGI 578, 14) ἐπαρχικὴ ἐξουσία with authority of a prefect (Cass. Dio 75, 14, 1) Phlm subscr. v.l. (s. N.25 or earlier). This refers to an office in Rome, that of the ‘praefectus urbi’, the governor of the capital city.

Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • επαρχικός — ἐπαρχικός, ή, όν (Α) [έπαρχος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον έπαρχο («επαρχική εξουσία») 2. αυτός που ζει, κατοικεί στην επαρχία («δείπνων δὲ τοὺς ἐπαρχικοὺς ἀνῆκεν», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐπαρχικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαρχικῶν — ἐπαρχικός of fem gen pl ἐπαρχικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαρχικοῖς — ἐπαρχικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαρχικοί — ἐπαρχικός of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαρχικούς — ἐπαρχικός of masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαρχικῆς — ἐπαρχικός of fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαρχικήν — ἐπαρχικός of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπαρχικῷ — ἐπαρχικός of masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”